Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

'The Last Act Of Defiance' (Exodus) - Η ιστορία πίσω απ' το τραγούδι

Οι αγαπημένοι μου thrashers EXODUS, όπως βεβαίως και τα περισσότερα thrash συγκροτήματα δεν ουρλιάζουν απλώς ακατανόητους στίχους.
Αυτές είναι ιδέες παντελώς παρωχημένες από τη δεκαετία τού '80, με τη διαφορά  ότι κάποιοι ημιμαθείς τις συντηρούν για ίδιους λόγους...


Αντιθέτως, καταπιάνονται στιχουργικά με πολύ ενδιαφέροντα θέματα, που ενίοτε αφορούν πραγματικά γεγονότα κι έτσι μαθαίνουμε και για ιστορικά συμβάντα που τυχόν δε γνωρίζαμε.
Μία τέτοια περίπτωση θα δούμε σήμερα:
Τον Ιανουάριο τού 1989 οι Exodus κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο με τίτλο 'Fabulous Disaster' κι ενώ πρωτύτερα, με τους δύο πρώτους δίσκους τους, η δημοφιλία τους σε thrash κύκλους έχει πιάσει ταβάνι.
Δε θα μιλήσουμε γενικώς για τον δίσκο.
Θα το εξειδικεύσουμε στο κομμάτι που ανοίγει το album κι έχει τίτλο 'The last act of defiance' (ελληνιστί, η τελευταία πράξη τής ανυπακοής)και διαρκεί 4:43.
Σε ποια λοιπόν ανυπακοή, αναφέρονται οι Exodus;
Κατ' αρχάς, ας παραθέσουμε τους πλήρεις στίχους για περαιτέρω εμβάθυνση:

The prison system, inherently unjust and inhumane is the ultimate expression of injustice and inhumanity in the society at large. Those of us on the outside do not like to think of wardens and guards as our surrogates, yet they are. And they are intimately locked in a deadly embrace with their human captives behind prison walls. By extension, so are we. The terrible double meaning is thus imparted to the original question of human ethics, "Am I my brother's keeper?".

The second of February, 1980 began three days of misery
A scene of retaliation, epitomizing violence, horror, and vindication
Thieves, murderers and rapists inundated their prison like homicidal sadists
Guards and convicts alike would pay the price to them the electric chair would look like paradise

Only degradation, torture and cremation would suffice

A sea of agony rolled in like the coming of the tide
The more fortunate escaped the insanity through suicide
The screams of the dying would haunt the living to the grave
Survivors of the riot relive the nightmare every day

The last act of defiance
The last act of defiance

With a never-ending appetite, barbiturates set them off like dynamite
Eradicating informants, acetylene torches dealt the punishment
Melted from skin to bone, the fire silenced their screams to moans
Smoke filled the air from bodies set aflame, begging for mercy but their words were spoken in vain

They weren't allowed to perish until they cherished all the pain

A sea of agony rolled in like the coming of the tide
The more fortunate escaped the insanity through suicide
The screams of the dying would haunt the living to the grave
Survivors of the riot relive the nightmare every day

The last act of defiance
The last act of defiance

Guards they had taken hostage, were to blame for pushing them over the edge
Their brutality would be their demise, like sharks in a frenzy they lashed out at their prize
When the madness had ended, the gore was too intense to be comprehended
No one explained the real reason why for cruelty of a few, so many should die

They knew of the flaws, but still insist the cause was justified

A sea of agony rolled in like the coming of the tide
The more fortunate escaped the insanity through suicide
The screams of the dying would haunt the living to the grave
Survivors of the riot relive the nightmare every day

The last act of defiance
The last act of defiance


* Με μία πρώτη ματιά, παρατηρούμε ότι το κομμάτι ξεκινά με τις λέξεις κλειδιά 'The prison system'. Το κρατάμε αυτό.
Μιλάμε για ένα γεγονός αιματηρό σε φυλακές τον Φεβρουάριο τού 1980.
Σε ποιες φυλακές ακριβώς, τι συνέβη, γιατί κι άλλες λεπτομέρειες, θα διαβάσετε αμέσως παρακάτω.
Θ' αναγνώσετε ένα άψογο δοκίμιο το οποίο δανείστηκα από την έγκυρη ιστοσελίδα crimetimes.gr που διαφωτίζει επακριβώς τι μάς λένε οι Exodus (για να μην ξεχνιόμαστε) στο τραγούδι τους.
Σημειώνεται ότι ο Gary Holt κι η παρέα του κάθισαν κι έγραψαν τους στίχους μόλις 8 χρόνια μετά τα γεγονότα που θα διαβάσετε...

Δρ. Παναγιώτης Παπαϊωάννου

«Το σωφρονιστικό σύστημα, εγγενώς άδικο και απάνθρωπο
Αποτελεί την ύστατη έκφραση της αδικίας
Και της απανθρωπιάς στο κοινωνικό σύνολο ευρύτερα
Σ’ εμάς τους απ’ έξω δεν αρέσει
Να θεωρούμε ότι δεσμοφύλακες και φρουροί υποκαθιστούν εκεί μέσα εμάς τους ίδιους, αν και αυτό κάνουν.
Κλειδωμένοι μάλιστα σε μια αγκαλιά θανάτου
Ένας προς έναν, χρεωμένοι με τον προσωπικό του αιχμάλωτο ο καθένας τους, πίσω από τα τείχη των φυλακών
Κατ’ επέκταση, εμείς είμαστε αυτοί που βρισκόμαστε εκεί.
Το τρομακτικό αυτό διττό μήνυμα μεταφράζεται, λοιπόν,
Στο αρχέγονο ερώτημα της ανθρώπινης ηθικής.
Άραγε, είμαι ή δεν είμαι «υπεύθυνος για τον αδελφό μου;».

Η παράγραφος ανήκει στην βρετανίδα συγγραφέα, δημοσιογράφο, ερευνήτρια και ακτιβίστρια Jessica Mitford (1917-1996) και βρίσκεται στην φημισμένη της μονογραφία “Kind and Usual Punishment: The Prison Business”[1] για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των κρατουμένων στις αμερικανικές φυλακές, σε μια εποχή κατά την οποία για πρώτη φορά το «αναμορφωτικό» σωφρονιστικό πρότυπο δεχόταν τόσο έντονη κριτική[2]. Η απαγγελία της παραγράφου από μια υποβλητική ανδρική φωνή τελευταία της φράση, απολήγει παραμορφωμένη, ενώ ουρλιαχτά και οι οδυρμοί που έχουν αρχίσει να ακούγονται στο background, δυναμώνουν ύπουλα, ώσπου συντρίβονται από ένα μονοκόμματο ακόρντο κιθάρας. 16 χρόνια μετά την αποτύπωσή της σε σελίδες, η παράγραφος γίνεται η εισαγωγή στο “The Last Act Of Defiance”, το πρώτο τραγούδι του δίσκου με τίτλο “Fabulous Disaster” (Music For Nations, 1989) με δημιουργούς το thrash metal συγκρότημα των Exodus, από το Bay Area της California των H.Π.Α.[3].


Η παγκόσμια σωφρονιστική ιστορία και τα σημαινόμενά της κατά κανόνα διδάσκονται από εξειδικευμένα βιβλία Σωφρονιστικής και Ποινολογίας, ενώ η κριτική ανάλυση για οριακά γεγονότα τα οποία σηματοδότησαν ρεύματα και εφαρμοστικές τάσειςπερί την Ποινική Καταστολή εκτίθεται σε άρθρα, μονογραφίες και συλλογικά επιστημονικά έργα. Στην εποχή του διαδικτύου, με τους αλγόριθμους να καθορίζουν θεματικές συνάφειες και συμπληρωματικά προσφερόμενες πηγές, ένα έργο τέχνης, όσο περιθωριακό ή και «ειδικού κοινού», εκτός mainstream- κι αν μπορεί να θεωρείται, είναι, δεν παύει να είναι φορέας ενός συμπυκωμένου μηνύματος, δίνοντας αφορμή για έρευνα και προβληματισμό σε ένα κοινό το οποίο χωρίς αυτήν θα απείχε ή θα δυσκολευόταν να εντρυφήσει στον επιστημονικό λόγο[4]. Εν προκειμένω, πρόκειται για τραγούδι που εντάσσεται τυποποιούμενο μουσικολογικά στο φάσμα του ακραίου ροκ ήχου[5] και αναφέρεται με ρεαλιστική στιχουργική σε ένα ακραίο γεγονός το οποίο πέρασε από την ειδησεογραφία στην τέχνη.

Tα όσα συνέβησαν στο Πολιτειακό Σωφρονιστικό Κατάστημα Υψίστης Ασφαλείας του New Mexico, νότια της Σάντα Φε, το Σαββατοκύριακο της 2ης και 3ης Φεβρουαρίου 1980, θα αποτελούν για πολλά χρόνια μια από τις πλέον σκοτεινές σελίδες στα χρονικά τόσο της παγκόσμιας όσο και της αμερικανικής σωφρονιστικής ιστορίας[6]. Υπερπληθυσμός -1.156 κρατούμενοι σε μια φυλακή με μάξιμουμ 963 κλίνες – πλημμελής διαχωρισμός ανάμεσα σε βίαιους ισοβίτες και μικροκακοποιούς, άθλιες συνθήκες σίτισης και ιατρικής φροντίδας, ήρθαν να προστεθούν στην κατάργηση κάθε προγράμματος δημιουργικής απασχόλησης κρατουμένων, λόγω ανάγκης για «περικοπές δαπανών», καθεστώς που είχε επιβληθεί σε αρκετές αμερικανικές φυλακές υψίστης ασφαλείας από το 1975[7].


Το σωφρονιστικό προσωπικό στο κατάστημα του New Mexico παρέμενε ανειδίκευτο, αριθμητικά ελλιπές και αβοήθητο υλικοτεχνικών μέσων από την πολιτειακή κυβέρνηση. Η ίδια η πληθυσμιακή σύνθεση της φυλακής, δε, περιελάμβανε μεγάλον αριθμό βίαιων καταδίκων, σημαντικός αριθμός από τους οποίους κρατούντο υπό συνθήκες αυστηρού περιορισμού για 23 ή και για 24 ώρες την ημέρα. Για να διαχειριστεί τον όγκο των βίαιων κρατουμένων η διοίκηση της φυλακής είχε κατορθώσει να δημιουργήσει ανάμεσα στους κρατουμένους, ένα δίκτυο καταδοτών, το διαβόητο “snitch game”. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτό απολάμβαναν υποτυπώδη προνόμια σε τροφή, ρουχισμό και αυτόνομο προαυλισμό. Όσοι όμως συγκέντρωναν μεταξύ των κρατουμένων τις υποψίες ότι είναι “snitch” («καρφιά», «ρουφιάνοι»), στοχοποιούντο από τις διάφορες συμμορίες. Οι βίαιες αντεκδικήσεις, όταν το «καρφί» ξεσκεπαζόταν, είχε γίνει ο κύριος κανόνας αυτορρύθμισης της ζωής στις έξι πτέρυγες της φυλακής[8]. Το φιτίλι της βίαιης έκρηξης σιγόκαιγε για καιρό.

Το πόσο κοντό ήταν, έμελλε να αναδειχθεί από μια εντελώς εσφαλμένη επιλογή της διεύθυνσης των φυλακών: η ανακαίνιση μιας ολόκληρης πτέρυγας, που οδήγησε εκατοντάδες κρατουμένους να μετακομίσουν και να παραμείνουν – προσωρινά – στους κοιτώνες του πρώην αναρρωτηρίου, μιας μεγάλης αίθουσας τύπου στρατώνα, διαχωριζόμενη από τις υπόλοιπες πτέρυγες από μία και μόνη καγκελόφρακτη πόρτα κι έναν διάδρομο πλάτους μικρότερου από δύο μέτρα. Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 2ης Φεβρουαρίου 1980, μια ομάδα «σκληρών» κρατουμένων αποφασίζουν, περισσότερο από ασφυκτική ανία και απόγνωση, κι όχι επειδή είχαν σχέδιο να δραπετεύσουν, να επιτεθούν στους φύλακες, λίγο μετά την νυχτερινή επιθεώρηση - καταμέτρηση. Πράγματι, τους ακινητοποιούν και κρατώντας τους ομήρους, μέσα από την πόρτα του αναρρωτηρίου που έμεινε για κρίσιμα δευτερόλεπτα ξεκλείδωτη, ξεχύνονται στις πτέρυγες. Σε λιγότερο από μία ώρα, ολόκληρη η φυλακή ήταν υπό τον έλεγχο των κρατουμένων.


Κάνουν κομμάτια κεντρικό κουβούκλιο ελέγχου, τρέπουν τη νυχτερινή βάρδια των φυλάκων σε άτακτη φυγή και ασυγκράτητοι ξεκινούν ένα πρωτοφανές μακελειό. Τα ναρκωτικά του φαρμακείου αναλώνονται σε χρόνο μηδέν. Ενώ οι υλικές καταστροφές και τα άναρχα ανθρωποκυνηγητά ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες σέχτες της φυλακής – τους Τσικάνος και τους Άρειους - ξεσπούν με τη δύναμη ανεμοστρόβιλου. Η εξουδετέρωση των σωφρονιστικών οδηγεί σε μια κτηνώδη έκλυση βίας, καθώς όλοι στρέφονται κατά πάντων. Κρατούμενοι βασανίζονται πριν δολοφονηθούν με απάνθρωπους τρόπους, χωρίς αφορμή, τυφλά, ελλείψει των αναστολών που επιβάλλει η καθημερινή επιτήρηση και ο φόβος της τιμωρίας. Άνθρωποι καίγονται ζωντανοί, εύκολοι στόχοι όπως αδύναμοι χρήστες ναρκωτικών ή πρωτάρηδες έγκλειστοι πετσοκόβονται και βιάζονται.

Οι πολιτειακές αρχές σπεύδουν να διαπραγματευτούν με διάφορους αυτόκλητους «αρχηγούς», προτιμώντας να καθυστερήσουν παρά να επέμβουν. Τριάντα έξι ώρες αργότερα, βαριά οπλισμένες μονάδες πολιτειακών και ομοσπονδιακών ειδικών δυνάμεων εισέρχονται χωρίς αντίσταση στις φυλακές, που μοιάζουν περισσότερο με ένα βομβαρδισμένο σφαγείο. 33 οι επίσημα καταμετρημένοι νεκροί που κατέστη εφικτό να αναγνωριστούν, πάνω από 200 οι τραυματίες, κάποιοι από τους οποίους θα υποκύψουν στα τραύματά τους μέσα στους επόμενους μήνες[9]. Εκατοντάδες άλλοι θα ζήσουν με τις μνήμες της ανείπωτης φρίκης να τους στοιχειώνουν για πάντα από τα όσα έζησαν, ή υπέστησαν σ’ εκείνα τα μοιραία τσιμέντα της Φυλακής Υψίστης Ασφαλείας του New Mexico. Στις εργώδεις πειθαρχικές και ποινικές διαδικασίες που ακολούθησαν, η ταυτοποίηση τόσο των θυμάτων, όσο και των δραστών υπήρξε πρακτικά αδύνατη. Με πρώτη ύλη τις μαρτυρικές καταθέσεις ορισμένων κρατουμένων που επιδίωκαν την ταχύτερη απόλυσή τους, σε ελάχιστες περιπτώσεις επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης σε κρατουμένους για συμμετοχή ή συναυτουργία σε ανθρωποκτονίες. Όλες εκτίθηκαν σε άλλες φυλακές. Αυτή του New Mexico έκτοτε υπολειτούργησε, ώσπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, έκλεισε[10].


Η στιχουργική αποτύπωση της βίας ως έμμεσης κοινωνικής κριτικής ή και λαογραφίας μέσα σε μουσικά συμφραζόμενα, ιδίως από τη ροκ μουσική κρατά από τα προ-ηλεκτρικά φολκ πειράματα των αρχών της δεκαετίας του ‘60[11], έχει απασχολήσει τη νομολογία των Η.Π.Α. τουλάχιστον από μισόν αιώνα πριν. Έχει μάλιστα κριθεί ότι είναι αμφίβολο το αν μια πολιτεία έχει δικαίωμα να τροποποιήσει το κανονιστικό της πλαίσιο εισάγοντας απαγορεύσεις στο περιεχόμενο μουσικών συνθέσεων με βίαιο στίχο, επί τη βάσει του ότι ορισμένα τραγούδια της ροκ μουσικής συνιστούν μη προστατευόμενη από την 1η Τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος “ρητορική εχθρότητας”. Και τούτο γιατί το να ακούει κανείς μουσική, όπως και το να παρακολουθεί κινηματογραφικές ταινίες «δεν μπορεί να συνδεθεί με διαπροσωπική αντιπαράθεση ή προσωπική προσβολή [sic]», ενώ συγχρόνως «η διδαχή ή και ο υπερθεματισμός μιας θεωρίας δεν είναι αρκετός για να συστήσει κάτι τέτοιο»[12]. Η «Έσχατη Πράξη Περιφρόνησης», δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πόσο οχληρή μπορεί να γίνει, ακόμη περισσότερο από τη θορυβώδη μουσική, η ωμή αλήθεια των στίχων.

«Στις 2 του Φλεβάρη το 1980
Ξεκίνησαν τρεις μέρες αθλιότητας
Μια σκηνή όλο αντίποινα
Μια επιτομή βίας, τρόμου, ανταπόδοσης
Κλέφτες, φονιάδες βιαστές
Πλημμύρισαν τη φυλακή τους, ανθρωποκτόνοι σαδιστές
Δεσμοφύλακες και κατάδικοι να πληρώσουν όλοι έπρεπε το ίδιο
Γι’ αυτούς η καρέκλα η ηλεκτρική θα έμοιαζε παράδεισος
Εξευτελισμός, βασανιστήρια, να τους κάψουν ζωντανούς
Μόνο κάτι τέτοιο θα τους ήταν αρκετό
Σαν παλίρροια ξέσπασε η αγωνία του θανάτου
Οι πιο τυχεροί από την τρέλλα ξέφυγαν με αυτοκτονία
Όσων πεθαίναν οι κραυγές τους ζωντανούς θα στοιχειώνουν ως τον τάφο
Απ΄την εξέγερση όσοι επέζησαν ξαναζούν τον εφιάλτη κάθε μέρα
Η έσχατη πράξη περιφρόνησης
Με μια δίψα ατέλειωτη
Τα βαρβιτουρικά τους εκτίναξαν σα δυναμίτης
Εξολοθρεύοντας τα «καρφιά»
Πυρσοί ασετυλίνης αναλάβανε την τιμωρία
Έλιωσε το δέρμα ως το κόκκαλο
Η φωτιά έσβησε τις κραυγές σε βογγητά
Καπνός στον αέρα από φλεγόμενα κορμιά
Ικέτευαν οίκτο, αλλά μάταια
Δεν τους άφηναν να χαθούν, πριν απολαύσουν τον πόνο τους
Οι φύλακες πάρθηκαν όμηροι
Εκείνοι φταίγαν που του έφεραν στα άκρα
Η δική τους κτηνωδία τους θα σημάνει το δικό τους χαμό
Σαν καρχαρίες σε παράκρουση όρμησαν στο τρόπαιό τους
Όταν η τρέλλα έλαβε τέλος
Η αιματοχυσία ήταν κάτι ασύλληπτο
Κανείς δεν εξήγησε ποιά η πραγματική αιτία
Για τη βαναυσότητα τόσων λίγων, τόσοι πολλοί να χάσουν τη ζωή τους
Γνώριζαν τα σφάλματα, όμως ακόμη επιμένουν : όλων ο σκοπός δικαιολογημένος
Για την έσχατη πράξη περιφρόνησης»

Η απεικόνιση ή εξιστόρηση της βίας σε στίχους μουσικής heavy metal, με έναυσμα είτε πραγματικά γεγονότα, είτε τη λογοτεχνία του φανταστικού, είναι ζήτημα με ποικίλες κοινωνιολογικές και νομικές προεκτάσεις μέσα στα χρόνια[13].


Στο “Fabulous Disaster”, τον δίσκο με τις μεγαλύτερες μέχρι σήμερα πωλήσεις στη δισκογραφία των Exodus, παρά ταύτα προσβάσιμο κυρίως στους connoisseur του metal ήχου, κάθε τραγούδι σχετίζεται με μια μορφή βίας. Το εξουθενωτικής ταχύτητας “The Last Act Of Defiance” ακολουθείται από το ομώνυμο, “Fabulous Disaster”, του οποίου οι στίχοι μιλούν για την απόγνωση εμπρος στο ενδεχόμενο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος που μπορεί να προκληθεί από την δολιότητα κάποιου παρανοϊκού εξουσιαστή ή ακόμη και από ατύχημα (“We're angered by fear, because the time is near When some lunatic will finally pull the plug”), ενώ το “The Toxic Waltz” επιδοκιμάζει ανοιχτά τον φίλιο αλληλοτραυματισμό εν ώρα συναυλίας, φαινόμενο διαδεδομένο στα ακροατήρια συναυλιών από την εποχή του punk[14]. Tο “Cajun Hell” είναι μια επαναφήγηση σεναρίου κινηματογραφικής ταινίας: στο “Deliverance” (ελλ. τίτλος «Όταν Ξέσπασε η Βία») του John Boorman (1972)”, όπου μια ομάδα κυνηγών παγιδεύεται στους βάλτους της Georgia, αγνοώντας ότι οι ντόπιοι κάτοικοι απεχθάνονται του «ξένους» εισβολείς, από τους οποίους και θα κυνηγηθούν ανηλεώς[15] (“Better watch your back, for the vicious attack - 'Cause they'll be looking for you”). Το “Like Father, Like Son” εξιστορεί τον αποκρουστικό, φαύλο κύκλο της βίας που περνάει από τον βάρβαρο πατέρα στο γιο κι απ’ αυτόν στη θυματοποίηση και της δικής του οικογένειας (“Brought up in a home where love's replaced by pain - And when he's on his own he's sure to do the same”). Το “Corruption” είναι ένα κατηγορώ σε όσους έχουν τελειοποιήσει και διαχειρίζονται την αναίμακτη βία, αυτήν της κοινωνικής ισχύος, της εκμετάλλευσης του αδύνατου, μέσω της διαπλοκής και της διαφθοράς, από τους εμπόρους όπλων μέχρι τους δολοπλοκους της πολιτικής. Το “Verbal Razors”, ένας οχετός λεκτικής βίας με αποδέκτη τον φαντασιακά μισητό, ανώνυμο οποιονδήποτε, ενώ το “Open Season” ο μονόλογος ενός αδρά περιγεγραμμένου ανθρωποκυνηγού που δε χρειάζεται λόγο και αιτία για να σκοτώσει, παρά μόνο να τέρψει την εσώτερη ανάγκη του (“I'll track you down and kill you for no apparent reason”).

Οι πέντε μουσικοί των Exodus, αυτοδίδακτοι, με τη βασική μόνον εκπαίδευση και πρώτη ύλη για τις στιχουργικές τους αναζητήσεις την ειδησεογραφία και τα comics, προφανώς δεν είχαν ποτέ περιεργαστεί ούτε σελίδα εγχειριδίου εγκληματολογίας. Όμως με τον δίσκο τους αυτόν θα μπορούσαν στη σημερινή εποχή άνθησης των εναλλακτικών τρόπων διδασκαλίας και των ανοικτών δομών «δια βίου μάθησης» να εισφέρουν μια περιεκτική θεματική συλλογή με ρεαλιστικά παραδείγματα για τις προσλήψεις του μουσικών και κοινού αναφορικά με τις μορφές βίας που κυριάρχησαν –και γι’ αυτό πέρασαν από την ειδησεογραφία στη δημοφιλή «λαϊκή»/pop κουλτούρα- στις δυτικές κοινωνίες προς το τέλος του 20ου αιώνα.
Παρά τις προσπάθειες εξανθρωπισμού των συνθηκών κράτησης διεθνώς, φυλακή και βία εξακολουθούν διαχρονικά να διασυνδέονται ακόμη και σήμερα[16].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου